navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εκτελώ

εκτελώ

ρ. [μετβ.]

  1. πραγματοποιώ, συνών υλοποιώ, εφαρμόζω, (φρ.) «εκτελώ εντολή / σχέδιο / πρόγραμμα / οδηγίες / αποφάσεις»,
  2. εκπληρώνω, αλλά και αναπληρώνω
  3. θανατώνω κρατούμενο
  4. (μουσ.) παίζω μια σύνθεση αλλά και τραγουδώ.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐκτελῶ [= φέρνω σε πέρας].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκτελώ», σ. 255. https://navalhistory.gr/lexiko/εκτελω/