εκτελώ
ρ. [μετβ.]
- πραγματοποιώ, συνών υλοποιώ, εφαρμόζω, (φρ.) «εκτελώ εντολή / σχέδιο / πρόγραμμα / οδηγίες / αποφάσεις»,
- εκπληρώνω, αλλά και αναπληρώνω
- θανατώνω κρατούμενο
- (μουσ.) παίζω μια σύνθεση αλλά και τραγουδώ.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐκτελῶ [= φέρνω σε πέρας].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκτελώ», σ. 255. https://navalhistory.gr/lexiko/εκτελω/