γωνιάστρα
η, ουσ.

(τεχνολ.) ξυλουργικής φύσεως μηχάνημα: α) κατάλληλο για την κοπή μεγάλων επιφανειών, κοντρα πλακέ, νοβοπάν, πλακάζ, μελαμινών, καθώς και για τη διαμόρφωση γωνιών, χρήσιμο στην επιπλοποιία και στη ναυπηγική, «γωνιάστρα επίπεδη / ξυλουργική / σιδεράδων / μονοφασική / τεμαχιστική», β) με διαφορετικό δίσκο κοπής κατάλληλο και σε αλουμινοκατασκευές.
Ετυμολογία
< γωνία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γωνιάστρα», σ. 196. https://navalhistory.gr/lexiko/γωνιαστρα/