navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διασώζω

διασώζω

ρ. [μετβ.]

  1. σώζω κάποιον από θανάσιμο, συνήθως, κίνδυνο, λυτρώνω
  2. εμποδίζω την καταστροφή ή την απώλεια κάποιου πράγματος
  3. προφυλάσσω κάποιο αντικείμενο από τη φθορά του χρόνου.

Ετυμολογία

< αρχ. διασῴζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διασώζω», σ. 216. https://navalhistory.gr/lexiko/διασωζω/