διασώζω
ρ. [μετβ.]
- σώζω κάποιον από θανάσιμο, συνήθως, κίνδυνο, λυτρώνω
- εμποδίζω την καταστροφή ή την απώλεια κάποιου πράγματος
- προφυλάσσω κάποιο αντικείμενο από τη φθορά του χρόνου.
Ετυμολογία
< αρχ. διασῴζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διασώζω», σ. 216. https://navalhistory.gr/lexiko/διασωζω/