navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διάδρομος

διάδρομος

ο, ουσ.

  1. (αρχιτ.) στενόμακρος βοηθητικός χώρος που επιτρέπει την σύνδεση των δωματίων σε οικία ή των διαμερισμάτων ενός ορόφου
  2. (κατ’ επέκτ.) το χαλί που καλύπτει τον παραπάνω χώρο
  3. δίοδος, συνών. πέρασμα, πόρος, δερβένι
  4. (σε αεροδρόμιο) ειδικά διαμορφωμένη επιφάνεια (πίστα) για την προσγείωση και την απογείωση αεροπλάνων
  5. (αθλητ.) α) μία από τις 6 ή 8 επιμήκεις λωρίδες του στίβου, πλάτους 1,22 έως 1,25 μ., συνών. κουλουάρ, β) (τεχνολ.) «διάδρομος γυμναστικής», ηλεκτρικό μηχάνημα που διαθέτει κυλιόμενο κυκλικό ιμάντα πάνω στον οποίο βαδίζει ο αθλούμενος.

Ετυμολογία

< μτγν. διάδρομος [= πέρασμα] < αρχ. επίθ. διάδρομος [= αυτός που τρέχει πάνω κάτω]. Μύρης. Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ. Την συμφορά ὅταν ἔμαθα, πού ο Μύρης πέθανε, πῆγα στό σπίτι του, μ’ ὅλο πού τό ἀποφεύγω νά εἰσέρχομαι στῶν Χριστιανῶν τά σπίτια, πρό πάντων ὅταν ἔχουν θλίψεις ἤ γιορτές. Στάθηκα σέ διάδρομο. Δέν θέλησα νά προχωρήσω πιό ἐντός, γιατί ἀντελήφθην πού οἱ συγγενεῖς τοῦ πεθαμένου μ’ ἔβλεπαν μέ προφανῆ ἀπορίαν καί μέ δυσαρέσκεια. Τόν εἴχανε σέ μιά μεγάλη κάμαρη πού ἀπό τήν ἄκρην ὅπου στάθηκα εἶδα κομμάτι· ὅλο τάπητες πολύτιμοι, καί σκεύη ἐξ ἀργύρου καί χρυσοῦ. Στέκομουν κ’ ἔκλαια σέ μιά ἄκρη τοῦ διαδρόμου… Κωνσταντίνος Καβάφης

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διάδρομος», σ. 208. https://navalhistory.gr/lexiko/διαδρομοσ/