διάλειμμα
το, ουσ.
- η παύση ανάμεσα σε δύο μέρη
- ολιγόλεπτη διακοπή κατά τη διάρκεια ενός έργου σε κινηματογράφο ή θέατρο
- το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα σε δύο διδακτικές ώρες.
Ετυμολογία
< αρχ διαλείπω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διάλειμμα», σ. 210. https://navalhistory.gr/lexiko/διαλειμμα/