navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διάλειμμα

διάλειμμα

το, ουσ.

  1. η παύση ανάμεσα σε δύο μέρη
  2. ολιγόλεπτη διακοπή κατά τη διάρκεια ενός έργου σε κινηματογράφο ή θέατρο
  3. το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα σε δύο διδακτικές ώρες.

Ετυμολογία

< αρχ διαλείπω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διάλειμμα», σ. 210. https://navalhistory.gr/lexiko/διαλειμμα/