βυθός
ο, ουσ.
- (γεωγρ.) ο πυθμένας της θάλασσας, των ποταμών και των λιμνών, (φρ.) «βυθός αμμώδης / βραχώδης / δυσεπήβολος / θαλάσσης / κατάλληλος ή ακατάλληλος για αγκυροβολία / λασπώδης / πετρώδης / φυκιώδης / χαλικώδης / επικλινής»,
- (μτφ.) το έσχατο σημείο στο οποίο μπορεί να φθάσει κανείς
- τα κατώτερα θαλάσσια στρώματα
- (φρ.) «βόμβα βυθού», ειδικός εκρηκτικός μηχανισμός.
Ετυμολογία
< αρχ. βυθός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βυθός», σ. 169. https://navalhistory.gr/lexiko/βυθοσ-2/