navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βυθός

βυθός

ο, ουσ.

  1. (γεωγρ.) ο πυθμένας της θάλασσας, των ποταμών και των λιμνών, (φρ.) «βυθός αμμώδης / βραχώδης / δυσεπήβολος / θαλάσσης / κατάλληλος ή ακατάλληλος για αγκυροβολία / λασπώδης / πετρώδης / φυκιώδης / χαλικώδης / επικλινής»,
  2. (μτφ.) το έσχατο σημείο στο οποίο μπορεί να φθάσει κανείς
  3. τα κατώτερα θαλάσσια στρώματα
  4. (φρ.) «βόμβα βυθού», ειδικός εκρηκτικός μηχανισμός.

Ετυμολογία

< αρχ. βυθός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βυθός», σ. 169. https://navalhistory.gr/lexiko/βυθοσ-2/