βλεννόρροια
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(ιατρ.) αφροδίσιο νόσημα που προέρχεται από το μικρόβιο γονόκοκκος και προσβάλλει το ουρογεννητικό σύστημα, συνών. γονόρροια.
Ετυμολογία
< αγγλ. gonorrhea, γαλλ. blennorrhée < αρχ. βλένν(α) -ο- + -rrhée [= -ρροια] < ροή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βλεννόρροια», σ. 158. https://navalhistory.gr/lexiko/βλεννορροια/