navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αύρα

αύρα

η, ουσ.

1 δροσερό φύσημα του ανέμου, αεράκι, 2. (μετεωρ.) περιοδικός άνεμος παραθαλάσσιων και παραλίμνιων περιοχών, (φρ.) «θαλάσσια [ή μπάτης, ή μπουκαδούρα] / απόγεια / κόλπεια / παλιρροιακή αύρα», 3. (μτφ.) η ευχάριστη αίσθηση που σκορπίζει κάποιος με την παρουσία του, 4. (ιατρ.) σύνολο συμπτωμάτων επιληπτικής κρίσης, 5. [πληθ.] αύρες, τεθωρακισμένα οχήματα της αστυνομίας, 6. (μυθολ.) [ως κύρ. όν.:] α) η *1Αύρα, Νύμφη των υδάτων από τη Φρυγία, β) οι *2Αύρες, προσωποποίηση των ελαφρών ανέμων.

Ετυμολογία

< αρχ. αὔρα [ιωνική διάλεκτος: αὔρη] < αβέβαιης ετυμολογίας, ίσως η λ. συνδέεται με τη λ. ἀήρ, ή με το ρ. ἄημι [= πνέω, φυσώ].

Μυθολογια

*1Αύρα, α) κόρη του Τιτάνα Λέλαντα και της Περίβοιας, συντρόφισσα της Άρτεμης, γρήγορη σαν τον άνεμο. Την αγάπησε με πάθος ο Διόνυσος και την έκανε δική του μόνο με τη μεσολάβηση της Αφροδίτης. Από την ένωσή της με το θεό απέκτησε δίδυμα. Κάποτε, όμως, την κατέλαβε μανία και κατασπάραξε τα παιδιά της. Όταν συνήλθε, από την θλίψη και τις τύψεις, έπεσε στο Σαγγάριο ποταμό για να πνιγεί. Ο Δίας όμως τη λυπήθηκε και τη μεταμόρφωσε σε πηγή. *2Αύρες, ίσως, κόρες του Αιόλου και της Αμφιθέας, έξι στον αριθμό, είχαν ισάριθμους αδελφούς με τους οποίους και αποτελούσαν ζεύγη.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αύρα», σ. 134. https://navalhistory.gr/lexiko/αυρα/