navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βύσμα

βύσμα

το, ουσ.

  1. (ηλεκτρολ.) εξάρτημα που τοποθετείται στην άκρη καλωδίου για την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος στη συσκευή, βραχυκυκλωτήρας, φις
  2. (ιατρ.) α) πώμα, συνήθως από γάζα και βαμβάκι, που χρησιμοποιείται για το σταμάτημα της αιμορραγίας, β) μάζα από κυψελίδα και σκόνη που σχηματίζεται στον έξω ακουστικό πόρο του αυτιού
  3. κομμάτι από ξύλο, μέταλλο, πλαστικό ή κάποιο άλλο υλικό που χρησιμοποιείται για να βουλλώνει [στουπώνει] τρύπες ή κενά ή κοιλότητες
  4. (μτφ.) α) το μέσο, πρόσωπο που παρεμβαίνει με ιδιοτελή σκοπό για την προώθηση κάποιων συμφερόντων, β) αυτός που χρησιμοποιεί πλάγια μέσα.

Ετυμολογία

< αρχ. βύσμα [= βούλωμα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βύσμα», σ. 170. https://navalhistory.gr/lexiko/βυσμα/