βύσμα
το, ουσ.
- (ηλεκτρολ.) εξάρτημα που τοποθετείται στην άκρη καλωδίου για την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος στη συσκευή, βραχυκυκλωτήρας, φις
- (ιατρ.) α) πώμα, συνήθως από γάζα και βαμβάκι, που χρησιμοποιείται για το σταμάτημα της αιμορραγίας, β) μάζα από κυψελίδα και σκόνη που σχηματίζεται στον έξω ακουστικό πόρο του αυτιού
- κομμάτι από ξύλο, μέταλλο, πλαστικό ή κάποιο άλλο υλικό που χρησιμοποιείται για να βουλλώνει [στουπώνει] τρύπες ή κενά ή κοιλότητες
- (μτφ.) α) το μέσο, πρόσωπο που παρεμβαίνει με ιδιοτελή σκοπό για την προώθηση κάποιων συμφερόντων, β) αυτός που χρησιμοποιεί πλάγια μέσα.
Ετυμολογία
< αρχ. βύσμα [= βούλωμα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βύσμα», σ. 170. https://navalhistory.gr/lexiko/βυσμα/