βόμβος
ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- συνεχής και σταθερός θόρυβος χαμηλής συχνότητας και μικρής ή μεσαίας έντασης, παρόμοιος με αυτόν που παράγεται από το πέταγμα εντόμων, βουή, βουητό, είδος θορύβου
- (ιατρ.) το βούισμα των αυτιών.
Ετυμολογία
< αρχ. βόμβος, ηχομιμητική λ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βόμβος», σ. 161. https://navalhistory.gr/lexiko/βομβοσ/