navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βόμβος

βόμβος

ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. συνεχής και σταθερός θόρυβος χαμηλής συχνότητας και μικρής ή μεσαίας έντασης, παρόμοιος με αυτόν που παράγεται από το πέταγμα εντόμων, βουή, βουητό, είδος θορύβου
  2. (ιατρ.) το βούισμα των αυτιών.

Ετυμολογία

< αρχ. βόμβος, ηχομιμητική λ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βόμβος», σ. 161. https://navalhistory.gr/lexiko/βομβοσ/