βλήμα
το, ουσ.
- καθετί που ρίχνεται, εκσφενδονίζεται εναντίον κάποιου στόχου, (στρατ.) «πυρηνικό / διηπειρωτικό / εκρηκτικό / εμπρηστικό / τοξικό / τροχιοδεικτικό βλήμα»,
- (μτφ. ως χαρακτηρισμός) ο ανόητος άνθρωπος, ο αργόστροφος, ο βλάκας.
Ετυμολογία
< αρχ. βλῆμα. βληματαποθήκη, βληματοδόχη, βληματοθήκη, βληματόμετρο, βληματοφόρος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βλήμα», σ. 158. https://navalhistory.gr/lexiko/βλημα/