navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βλήμα

βλήμα

το, ουσ.

  1. καθετί που ρίχνεται, εκσφενδονίζεται εναντίον κάποιου στόχου, (στρατ.) «πυρηνικό / διηπειρωτικό / εκρηκτικό / εμπρηστικό / τοξικό / τροχιοδεικτικό βλήμα»,
  2. (μτφ. ως χαρακτηρισμός) ο ανόητος άνθρωπος, ο αργόστροφος, ο βλάκας.

Ετυμολογία

< αρχ. βλῆμα. βληματαποθήκη, βληματοδόχη, βληματοθήκη, βληματόμετρο, βληματοφόρος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βλήμα», σ. 158. https://navalhistory.gr/lexiko/βλημα/