βλάχος
ο, ουσ.

(ιχθυολ.) είδος ψαριού που συγγενεύει με το ροφό, η επιστ. του ονομ.: Polyprion americanus (Πολυπρίων ο αμερικανός) ή επινέφελος γίγας, [διώνυμο], γνωστό και ως πίγκα, το μήκος του φθάνει το 1,5 μέτρο και το βάρος του τα 120 κιλά (στις ελληνικές θάλασσες λιγότερο έως τα 80 κιλά), το χρώμα του καφέ ή γκριζωπό με σκόρπιες κιτρινωπές βούλες, διαβιεί σε αμμώδεις εκτάσεις, τρέφεται με κεφαλόποδα, γαρίδες και μουσμούλια.
Ετυμολογία
< αγνώστου ετύμου.
Σύνθετα
βλαχοσφυρίδα, ασπρόβλαχος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βλάχος», σ. 158. https://navalhistory.gr/lexiko/βλαχοσ/