navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αρμός

αρμός

ο, ουσ.

  1. σημείο στο οποίο συνδέονται δύο ή περισσότερα πράγματα
  2. σχισμή στο σημείο της ένωσης δύο επιφανειών, αρμογή, ραφή
  3. (αρχιτ.) το σημείο στο οποίο εφάπτονται τα τούβλα ή οι πέτρες κατά τη διαδικασία οικοδόμησης
  4. (ειδικότ.) το σημείο σύνδεσης των οστών, άρθρωση, κλείδωση.

Ετυμολογία

< αρχ. ἁρμός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρμός», σ. 118. https://navalhistory.gr/lexiko/αρμοσ/