αρμός
ο, ουσ.
- σημείο στο οποίο συνδέονται δύο ή περισσότερα πράγματα
- σχισμή στο σημείο της ένωσης δύο επιφανειών, αρμογή, ραφή
- (αρχιτ.) το σημείο στο οποίο εφάπτονται τα τούβλα ή οι πέτρες κατά τη διαδικασία οικοδόμησης
- (ειδικότ.) το σημείο σύνδεσης των οστών, άρθρωση, κλείδωση.
Ετυμολογία
< αρχ. ἁρμός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρμός», σ. 118. https://navalhistory.gr/lexiko/αρμοσ/