navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αχθοφόρος

αχθοφόρος

ο/η, ουσ.

(επάγγ.) αυτός που εργάζεται ως φορτοεκφορτωτής [υπάλληλος σύγχρονης εταιρείας] σε λιμάνι ή σε σιδηροδρομικό σταθμό ή αυτός που αναλαμβάνει με αμοιβή να μεταφέρει αποσκευές ή άλλα φορτία, συνών. (λαϊκότροπο) χαμάλης, βαστάζος.

Ετυμολογία

< μτγν. ἀχθοφόρος.

Παράγωγα

αχθοφορικός > αχθοφορικά [(ως επίρρ.) = με τρόπο βάναυσο, όπως του αχθοφόρου, με χυδαίο τρόπο].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αχθοφόρος», σ. 139. https://navalhistory.gr/lexiko/αχθοφοροσ/