αντιστήριξη
η, ουσ.
- (μτφ.) κάθε μορφής ενίσχυση σε επαγγελματικούς τομείς
- (αρχιτ.) προσωρινή υποστήριξη με αντέρεισμα.
Ετυμολογία
< αντί + [αρχ.] στήριξ(ις) -η.
Σύνθετα
τηλεϋποστήριξη, αλληλοϋποστήριξη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντιστήριξη», σ. 98. https://navalhistory.gr/lexiko/αντιστηριξη/