γλώσσα
η, ουσ.


- (ανατ.) μυώδες όργανο της στοματικής κοιλότητας, ανθρώπων και ζώων, χρήσιμο στην αίσθηση της γεύσης, στο μάσημα της τροφής και στην άρθρωση του λόγου
- το σύνολο των λέξεων που ένας λαός χρησιμοποιεί για την καθημερινή του επικοινωνία και έκφραση
- (συνεκδ.) η γνώσης μίας ξένης γλώσσας
- (ιχθυολ.) είδος ψαριού που το συναντάμε να κινείται σε αμμώδεις βυθούς, οι επιστημονικές ονομασίες των ειδών του: Solea vulgaris ή Solea solea ή Solea lutea [διώνυμα]
- (αρχιτ.) διακοσμητικό σχέδιο
- (μτφ.) ό,τι μοιάζει με γλώσσα, κυρίως ως προς το σχήμα, (φρ.) «γλώσσα παπουτσιού / καμπάνας / κλειδαριάς / αυλού».
Ετυμολογία
< αρχ. γλῶσσα.
Σύνθετα
γλωσσοβόλημα, γλωσσογονία, γλωσσογραφία, γλωσσοδιδάσκαλος, γλωσσοδίφης, γλωσσοεκπαιδευτικός, γλωσσοκήλη, γλωσσοκοπάνα, γλωσσολαλία, γλωσσολογία, γλωσσολόγος, γλωσσομάθεια, γλωσσομαθής, γλωσσομανία, γλωσσόμετρο, γλωσσονόμος, γλωσσοτρώω, γλωσσοφαγιά, και πολλά άλλα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γλώσσα», σ. 187. https://navalhistory.gr/lexiko/γλωσσα/