navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γαρμπίλι

γαρμπίλι

το, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. (αρχιτ.) ψιλό χαλίκι που χρησιμοποιείται στην οδοποιία και στις οικοδομικές κατασκευές
  2. ψιλό μετάλλευμα.

Ετυμολογία

< αβέβαιου ετύμου, (ίσως) garbuglio [= μπλέξιμο, ανακάτωμα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γαρμπίλι», σ. 177. https://navalhistory.gr/lexiko/γαρμπιλι/