γαρμπίλι
το, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- (αρχιτ.) ψιλό χαλίκι που χρησιμοποιείται στην οδοποιία και στις οικοδομικές κατασκευές
- ψιλό μετάλλευμα.
Ετυμολογία
< αβέβαιου ετύμου, (ίσως) garbuglio [= μπλέξιμο, ανακάτωμα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γαρμπίλι», σ. 177. https://navalhistory.gr/lexiko/γαρμπιλι/