navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γίγγλυμος

γίγγλυμος

ο, ουσ. [σπανιότερα: γίγλυμος]

  1. (ανατ.) η κλείδωση, το σημείο της άρθρωσης δύο οστών έτσι ώστε η εξοχή του ενός να εισέρχεται και να περιστρέφεται ελεύθερα μέσα στην εσοχή του άλλου
  2. (μηχανολ.) ο μεταλλικός στροφέας της πόρτας, του παράθυρου ή του κιβώτιου, συνών. μεντεσές, ρεζές.

Ετυμολογία

< αρχ. γίγγλυμος ή γιγγλυμός.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γίγγλυμος», σ. 183. https://navalhistory.gr/lexiko/γιγγλυμοσ/