γίγγλυμος
ο, ουσ. [σπανιότερα: γίγλυμος]
- (ανατ.) η κλείδωση, το σημείο της άρθρωσης δύο οστών έτσι ώστε η εξοχή του ενός να εισέρχεται και να περιστρέφεται ελεύθερα μέσα στην εσοχή του άλλου
- (μηχανολ.) ο μεταλλικός στροφέας της πόρτας, του παράθυρου ή του κιβώτιου, συνών. μεντεσές, ρεζές.
Ετυμολογία
< αρχ. γίγγλυμος ή γιγγλυμός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γίγγλυμος», σ. 183. https://navalhistory.gr/lexiko/γιγγλυμοσ/