άφεγγος
-η, -ο, επίθ.
χωρίς το φως του φεγγαριού, χωρίς λάμψη, σκοτεινός.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀφεγγ(ής) + -ος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άφεγγος», σ. 136. https://navalhistory.gr/lexiko/αφεγγοσ/