αρτηρία
η, ουσ.
- (ανατ.) ονομασία αγγείων που μεταφέρουν το αίμα από την καρδιά σε διάφορα μέρη του σώματος, (φρ.) «ηπατική / μηριαία / κεντρική / στεφανιαία / νεφρική / κροταφική / μασχαλιαία / πνευμονική»,
- κεντρική λεωφόρος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀρτηρία.
Παράγωγα
αρτηριακός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρτηρία», σ. 120. https://navalhistory.gr/lexiko/αρτηρια/