navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αρτηρία

αρτηρία

η, ουσ.

  1. (ανατ.) ονομασία αγγείων που μεταφέρουν το αίμα από την καρδιά σε διάφορα μέρη του σώματος, (φρ.) «ηπατική / μηριαία / κεντρική / στεφανιαία / νεφρική / κροταφική / μασχαλιαία / πνευμονική»,
  2. κεντρική λεωφόρος.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀρτηρία.

Παράγωγα

αρτηριακός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρτηρία», σ. 120. https://navalhistory.gr/lexiko/αρτηρια/