ασφάλεια
η, ουσ.
- κατάσταση στην οποία κανείς δεν αισθάνεται να απειλείται, υπάρχει σιγουριά και σταθερότητα
- (νομ.) εγγύηση της πολιτείας προς πολιτικούς, διπλωμάτες, διαφωνούντες, πλούσιους κ.ά. για την ζωή τους και την περιουσία τους
- [ως κύρ. όν.:] Ασφάλεια, τμήμα της αστυνομίας που δραστηριοποιείται στον τομέα της προστασίας των πολιτών
- αμπάρα στην εξώπορτα του σπιτιού
- (οικον.) συμφωνία ασφαλιστικής εταιρείας και ασφαλιζόμενου με την οποία η εταιρεία αποζημιώνει τον πελάτη της σε περίπτωση δυσάρεστου περιστατικού ενώ ο ασφαλιζόμενος έχει την υποχρέωση να καταθέτει σε τακτά χρονικά διαστήματα το συμφωνηθέν ποσό χρημάτων
- (τεχνολ.) α) μηχανισμός στις πόρτες του αυτοκινήτου, β) συσκευή που διακόπτη την παροχή ρεύματος για την αποφυγή πυρκαγιάς
- (φρ.) «ασφάλεια ανοικτή / διπλή / έναντι τρίτων / αξαρτισμού / εμπορευμάτων / αμοιβαία* / ζωής / ηλεκτρικού ρεύματος / θανάτου λόγω εργατικού ή εργασιακού ατυχήματος / κινδύνων θαλάσσης / κινδύνων λιμένος / πολλαπλή / ποτάμιων μεταφορών / πυρός / σκάφους / φορτίου / όπλου».
Ετυμολογία
< αρχ. ἀ-σφαλής, -ές [= αυτός που δεν υπόκειται σε πτώση, αμετακίνητος, ακλόνητος, σταθερός] < α- [στερητ.] + σφάλλομαι [= σκοντάφτω].
ή < ασφαλισ- (< ασφαλίζω) - τήριος.
Παράγωγα
ασφαλίζομαι, ασφαλίσιμος, ασφαλίζω ασφαλιστής, ασφαλιστικός, ασφάλιση, ασφάλιστρο.
Σημείωμα
Σύμφωνα με το τον Ναυτασφαλιστικό Κώδικα, όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν αμοιβαία να ασφαλίσουν ο ένας τον άλλον κατά θαλασσίων κινδύνων, τότε λέγεται ότι υπάρχει αμοιβαία ασφάλιση. Διπλωματική εργασία του Αποστόλου Κ. Αντώνιου «Θαλάσσια Ασφάλιση Πλοίου». ασφαλιστήριο, το, ουσ. συμβόλαιο σε ασφαλιστική εταιρεία, (φρ.) «ασφαλιστήριο αμερικανικού τύπου / ανοικτό / ακαθόριστης αξίας / απόπλου και επανάπλου / γενικό / εν λευκώ / εμπορευμάτων / ταξιδιού / ζωής / υγείας / κερδοσκοπικό / κινδύνων λιμένος / μικτό / ναύλου / ναυπηγήσεως / ομαδικό / ονομαστικό / προσωρινό / πολλαπλών αποστολών / πρόχειρο / ολλανδικού τύπου / σκάφους και εξαρτημάτων / τιμής χρονικό / ορισμένης αξίας».
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ασφάλεια», σσ. 127-128. https://navalhistory.gr/lexiko/ασφαλεια/