γκαραντί
το, άκλ. ουσ.
- (οικον.) εγγύηση
- εγγυημένος, αυτός που έχει εγγύηση.
Ετυμολογία
< γαλλ. garantie < garandir [= πιστοποιώ, διαβεβαιώνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γκαραντί», σ. 185. https://navalhistory.gr/lexiko/γκαραντι/