navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γκαραντί

γκαραντί

το, άκλ. ουσ.

  1. (οικον.) εγγύηση
  2. εγγυημένος, αυτός που έχει εγγύηση.

Ετυμολογία

< γαλλ. garantie < garandir [= πιστοποιώ, διαβεβαιώνω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γκαραντί», σ. 185. https://navalhistory.gr/lexiko/γκαραντι/