απόσβεση
η, ουσ.
- (οικον.) σταδιακή εξόφληση χρηματικού ποσού, αποπληρωμή
- ολοκληρωτική διαγραφή
- (νομικ.) η ακύρωση, η απάλειψη.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀπόσβεσις < ἀποσβέννυμι [= σβήνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόσβεση», σ. 110. https://navalhistory.gr/lexiko/αποσβεση/