navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › απόσβεση

απόσβεση

η, ουσ.

  1. (οικον.) σταδιακή εξόφληση χρηματικού ποσού, αποπληρωμή
  2. ολοκληρωτική διαγραφή
  3. (νομικ.) η ακύρωση, η απάλειψη.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀπόσβεσις < ἀποσβέννυμι [= σβήνω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόσβεση», σ. 110. https://navalhistory.gr/lexiko/αποσβεση/