αποταμίευση
η, ουσ.
(οικον.) συγκέντρωση χρημάτων για ώρα ανάγκης σε προσωπικό, τραπεζικό λογαριασμό.
Ετυμολογία
< αποταμιεύ(σις) [= αποθήκη] -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποταμίευση», σ. 112. https://navalhistory.gr/lexiko/αποταμιευση/