ακρωτήριο
Και: ακρωτήρι
το, ουσ.
- (γεωγρ.) στενή λωρίδα γης που εισδύει στη θάλασσα, συνών. κάβος, πούντα
- (αρχιτ.) κόσμημα αετώματος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀκρωτήριον.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακρωτήριο και ακρωτήρι», σ. 59. https://navalhistory.gr/lexiko/ακρωτηριο-και-ακρωτηρι/