navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ακρωτήριο και ακρωτήρι

ακρωτήριο

Και: ακρωτήρι

το, ουσ.

  1. (γεωγρ.) στενή λωρίδα γης που εισδύει στη θάλασσα, συνών. κάβος, πούντα
  2. (αρχιτ.) κόσμημα αετώματος.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀκρωτήριον.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακρωτήριο και ακρωτήρι», σ. 59. https://navalhistory.gr/lexiko/ακρωτηριο-και-ακρωτηρι/