αμφίβληστρο
το, ουσ.
- οτιδήποτε πετιέται με τη μορφή διχτυού
- α) δίχτυ του ψαρέματος για ρηχά νερά, πεζόβολος, αθίβολος, β) δίχτυ κυνηγιού
- (μτφ.) μανδύα που έριξαν γύρω από το σώμα του Αγαμέμνονα
- δεσμός, δεσμά
- (αρχιτ.) περιτείχισμα πόλεως, περίβολος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀμφίβληστρο(ν) < ἀμφίβλη- < ἀμφι-βάλλω + (-σ-) + -τρον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμφίβληστρο», σ. 75. https://navalhistory.gr/lexiko/αμφιβληστρο/