navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αρμοστής

αρμοστής

ο, ουσ.

  1. (πολιτ.) αξιωματούχος που ασκεί καθήκοντα ανώτατου διοικητή σε μια χώρα που βρίσκεται υπό κατοχή ή υπό εξάρτηση
  2. τεχνικός συναρμολόγησης μηχανές, συναρμολογητής.

Ετυμολογία

< αρχ. ἁρμόττω [Αττική διάλεκτος αντί του ἁρμόζω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρμοστής», σ. 118. https://navalhistory.gr/lexiko/αρμοστησ/