αρμοστής
ο, ουσ.
- (πολιτ.) αξιωματούχος που ασκεί καθήκοντα ανώτατου διοικητή σε μια χώρα που βρίσκεται υπό κατοχή ή υπό εξάρτηση
- τεχνικός συναρμολόγησης μηχανές, συναρμολογητής.
Ετυμολογία
< αρχ. ἁρμόττω [Αττική διάλεκτος αντί του ἁρμόζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρμοστής», σ. 118. https://navalhistory.gr/lexiko/αρμοστησ/