αντίπνοια
η, ουσ.
(μετεωρ.) άνεμος με διαφορετική ή αντίθετη κατεύθυνση προς κάποιον άλλο που έπνεε πρωτύτερα.
Ετυμολογία
< αντί + -πνοιά < πνοή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντίπνοια», σ. 98. https://navalhistory.gr/lexiko/αντιπνοια/