navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › απόαψη

απόαψη

η, ουσ.

(αστρον.) το πιο απομακρυσμένο σημείο της ελλειπτικής τροχιάς ενός σώματος όταν κινείται γύρω από ένα άλλο ουράνιο σώμα αντών. περίαψη.

Ετυμολογία

< αγγλ. apoapsis < [αρχ.] ἀπό + [αρχ.] ἅψις < ἅπτομαι < ἅπτω [= 1. αγγίζω. 2. πιάνω, 3. αρπάζω, 4. ανάβω].

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόαψη», σ. 104. https://navalhistory.gr/lexiko/αποαψη/