γαλήνη
η, ουσ.
- η απόλυτη ατμοσφαιρική ηρεμία, η ησυχία της ακύμαντης θάλασσας, κατάσταση νηνεμίας, συνών. μπονάτσα, γαληνησιά, γαληνιά
- (μτφ.) α) η έλλειψη πολιτικών και κοινωνικών ταραχών, β) η πνευματική και ψυχική ηρεμία.
Ετυμολογία
< αρχ. γαλήνη.
Παράγωγα
γαληνεύω, γαλήνιος > γαλήνια [επίρρ.], γαληνιότητα, γαλήνεμα [= το καταλάγιασμα της θάλασσας]. Όμως τα στήθια που τα ταράζει κάποιο / θανάσιμο πάθος δε θα γαληνέψουν… Τις βάρκες, τις ψαρόβαρκες ο φόβος κυβερνήτης / μες στο λιμάνι τις κρατεί· / μα η σκέψη μου όλο σέρνεται στα γαλανά τα πλάτια / μ’ ένα χρυσόνειρο δετή… Κι ενώ πονώ τον πόνο σου και πάω προς το βυθό σου / και χάνομαι με τον αφρό, / ύστερα, στο γαλήνεμα, την ηλιακή χαρά σου, / θάλασσα, δε θαν τη χαρώ. Κώστας Καρυωτάκης [θάλασσα]
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γαλήνη», σ. 175. https://navalhistory.gr/lexiko/γαληνη/