navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › απλώνω

απλώνω

ρ. [μετβ. και αμετβ.]

  1. ξεδιπλώνω, στρώνω, τεντώνω, εκτείνω
  2. αφήνω κάτι στο ύπαιθρο για να στεγνώσει
  3. [μεσ. φ.] επεκτείνομαι σε όλο και περισσότερη έκταση, εξαπλώνομαι
  4. διευρύνω τις επαγγελματικές επιδιώξεις μου.

Ετυμολογία

< αρχ. ἁπλόω [= απλουστεύω, ξετυλίγω] < ἁπλ(οῦς).

Παράγωγα

απλωσιά, άπλωμα, απλώστρα, απλωτός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απλώνω», σ. 104. https://navalhistory.gr/lexiko/απλωνω/