απλώνω
ρ. [μετβ. και αμετβ.]
- ξεδιπλώνω, στρώνω, τεντώνω, εκτείνω
- αφήνω κάτι στο ύπαιθρο για να στεγνώσει
- [μεσ. φ.] επεκτείνομαι σε όλο και περισσότερη έκταση, εξαπλώνομαι
- διευρύνω τις επαγγελματικές επιδιώξεις μου.
Ετυμολογία
< αρχ. ἁπλόω [= απλουστεύω, ξετυλίγω] < ἁπλ(οῦς).
Παράγωγα
απλωσιά, άπλωμα, απλώστρα, απλωτός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απλώνω», σ. 104. https://navalhistory.gr/lexiko/απλωνω/