navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανατολικός

ανατολικός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που έχει σχέση με την ανατολή ή προέρχεται απ’ αυτή ή κατοικεί σ’ αυτή ή κατευθύνεται προς αυτή
  2. [ως ουσ.] α) (εκκλ.) αυτός που ανήκει στην εκκλησία της Ανατολής, συνήθως για τους ορθόδοξους χριστιανούς, β) (οικον.) Ανατολική, Ανώνυμος Εταιρεία Θαλασσίων Μεταφορών [ναυτιλιακή εταιρία των αρχών του 20ου αι.]
  3. (μετεωρ.) άνεμος που πνέει από την ανατολή, συνών. απηλιώτης λεβάντες [δες λ.], αντών. δυτικός, πουνέντες, ζέφυρος.

Ετυμολογία

< μτγν. ἀνατολικός < αρχ. ἀνατολή < ἀνατέλλω < ἀνά + τέλλω.

Επιρρήματα

ανατολικά [επίρρ.].

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανατολικός», σ. 85. https://navalhistory.gr/lexiko/ανατολικοσ/