ανατολικός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που έχει σχέση με την ανατολή ή προέρχεται απ’ αυτή ή κατοικεί σ’ αυτή ή κατευθύνεται προς αυτή
- [ως ουσ.] α) (εκκλ.) αυτός που ανήκει στην εκκλησία της Ανατολής, συνήθως για τους ορθόδοξους χριστιανούς, β) (οικον.) Ανατολική, Ανώνυμος Εταιρεία Θαλασσίων Μεταφορών [ναυτιλιακή εταιρία των αρχών του 20ου αι.]
- (μετεωρ.) άνεμος που πνέει από την ανατολή, συνών. απηλιώτης λεβάντες [δες λ.], αντών. δυτικός, πουνέντες, ζέφυρος.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀνατολικός < αρχ. ἀνατολή < ἀνατέλλω < ἀνά + τέλλω.
Επιρρήματα
ανατολικά [επίρρ.].
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανατολικός», σ. 85. https://navalhistory.gr/lexiko/ανατολικοσ/