navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αμμοθύελλα

αμμοθύελλα

η, ουσ.

(μετεωρ.) ισχυρός άνεμος [σιμούν] που περνά από ερήμους, κυρίως της Αφρικής και της Αραβίας, και μεταφέρει τεράστιες ποσότητες άμμου και σκόνης, κονιορτοθύελλα.

Ετυμολογία

< άμμος + θύελλα

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμμοθύελλα», σ. 71. https://navalhistory.gr/lexiko/αμμοθυελλα/