αναβροχιά
η, ουσ.
(μετεωρ.) η έλλειψη βροχής, αβροχία.
Ετυμολογία
< ανά- [στερητικό μόριο] + βροχ(ή) -ιά.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναβροχιά», σ. 77. https://navalhistory.gr/lexiko/αναβροχια/