αναφύσημα
το, ουσ.
(μετεωρ.) στιγμιαίο ανάλαφρο αεράκι.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀναφύσημα < ἀναφυσάω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναφύσημα», σ. 86. https://navalhistory.gr/lexiko/αναφυσημα/