navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανεμοβόρι

ανεμοβόρι

το, ουσ. [χωρίς γεν. ενικ. και πληθ.]

(μετεωρ.) κρύος και ισχυρός βόρειος άνεμος που σε κάνει να αναζητήσεις καταφύγιο.

Ετυμολογία

< άνεμος + βοριάς.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανεμοβόρι», σσ. 87-88. https://navalhistory.gr/lexiko/ανεμοβορι/