ανατρέπω
ρ. [μετβ.]
- φέρνω το πάνω κάτω
- καταργώ ή ματαιώνω κάτι προγραμματισμένο
- αναιρώ, ανασκευάζω.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀνατρέπω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανατρέπω», σ. 85. https://navalhistory.gr/lexiko/ανατρεπω/