αναμένω
ρ. [αμετβ.]
- περιμένω κάποιον με λαχτάρα
- προβλέπω γεγονότα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον
- έχω πολλές ελπίδες για κάτι που θέλω να γίνει.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀναμένω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναμένω», σ. 81. https://navalhistory.gr/lexiko/αναμενω/