αναβολή
η, ουσ.
- η μετάθεση πραγματοποίησης μίας πράξης στο μέλλον
- η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση και παράδοση ενός έργου
- (στρατ.) η προσωρινή ή μόνιμη απαλλαγή ενός στρατευσίμου από την υποχρέωση στράτευσης.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀναβάλλω [= ανεβάζω ψηλά, ωθώ προς τα πάνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναβολή», σσ. 76-77. https://navalhistory.gr/lexiko/αναβολη/