navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αναβολή

αναβολή

η, ουσ.

  1. η μετάθεση πραγματοποίησης μίας πράξης στο μέλλον
  2. η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση και παράδοση ενός έργου
  3. (στρατ.) η προσωρινή ή μόνιμη απαλλαγή ενός στρατευσίμου από την υποχρέωση στράτευσης.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀναβάλλω [= ανεβάζω ψηλά, ωθώ προς τα πάνω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναβολή», σσ. 76-77. https://navalhistory.gr/lexiko/αναβολη/