navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανάβω και ανάφτω

ανάβω

Και: ανάφτω

ρ. [μετβ. και αμετβ.]

  1. βάζω φωτιά
  2. δημιουργώ φυσικό ή τεχνητό φως
  3. (μτφ.) προκαλώ κάποιον, εξοργίζω
  4. εξάπτω ερωτικά
  5. καίγομαι
  6. νευριάζω.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀνάπτω < ἀνα- + ἃπτω [= αγγίζω, βάζω φωτιά].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανάβω και ανάφτω», σ. 77. https://navalhistory.gr/lexiko/αναβω-και-αναφτω/