ανάβω
Και: ανάφτω
ρ. [μετβ. και αμετβ.]
- βάζω φωτιά
- δημιουργώ φυσικό ή τεχνητό φως
- (μτφ.) προκαλώ κάποιον, εξοργίζω
- εξάπτω ερωτικά
- καίγομαι
- νευριάζω.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀνάπτω < ἀνα- + ἃπτω [= αγγίζω, βάζω φωτιά].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανάβω και ανάφτω», σ. 77. https://navalhistory.gr/lexiko/αναβω-και-αναφτω/