αληγής
-ής, -ές, επίθ.
- άληκτος, αυτός που δεν τελειώνει
- (φρ.) «αληγείς άνεμοι», (μετεωρ.) σταθεροί, συνεχείς άνεμοι των τροπικών ζωνών της Γης με διεύθυνση βορειοανατολική στο βόρειο ημισφαίριο και νοτιοανατολική στο νότιο [δηλ. από τις τροπικές ζώνες υψηλής πίεσης προς τις ισημερινές περιοχές χαμηλής πίεσης], πνέουν με ταχύτητα 5 με 6 μ. το δευτερόλεπτο, ή 3 με 4 βαθμούς της κλίμακας Μποφόρ, αντών. «ανταληγείς άνεμοι».
Ετυμολογία
(ίσως)
ή < ισπαν. alisios, ή
ή < α- [στερητ.] + λήγειν < λήγω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αληγής», σ. 64. https://navalhistory.gr/lexiko/αληγησ/