αλκυόνη
Και: αλκυόνα
η, ουσ.
- (ζωολ.) θαλασσοπούλι που τρέφεται αποκλειστικά με ψάρια, συνών. ψαροπούλι, βασιλοπούλι, ψαροφάγος
- (αστρον.) ονομασία αστέρα του αστερισμού των Πλειάδων
- (μυθολ.) α) μυθικό πτηνό, β) [ως κύρ. όν.:] η *Αλκυόνη, ονομασία ηρωίδων της ελληνικής μυθολογίας.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀλκυών, -όνος < αβέβ. ετύμου, ίσως από το ουσ. ἃλς [= αλάτι, θάλασσα, σε Όμηρ.) + κύων, μτχ. του ρ. κύω [= κυοφορώ], ίσως, λ. δάνεια μεσογειακής προέλευσης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλκυόνη, και αλκυόνα», σ. 66. https://navalhistory.gr/lexiko/αλκυονη-και-αλκυονα/