navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αρκέλι ή αρικέλι

αρκέλι

Και: αρικέλι

το, ουσ.

(ζωολ.) είδος σφουγγαριού που διαθέτει πολλές τρύπες, ιδανικό δόλωμα για ούγαινες [δες ούγαινα].

Ετυμολογία

< αγνώστου ετύμου.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρκέλι ή αρικέλι», σ. 116. https://navalhistory.gr/lexiko/αρκελι-η-αρικελι/