Άρκτος
η, ουσ.
- (ζωολ.) γένος της οικογένειας των Αρκτιδών που περιλαμβάνει τις Καφέ, τις Μαύρες και τις Πολικές αρκούδες
- (αστρον.) α) «Μεγάλη Άρκτος», ένας από τους 88 επίσημους αστερισμούς που θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση, β) «Μικρά Άρκτος», ένας από τους 88 επίσημους αστερισμούς.
Ετυμολογία
< αρχ. Ἄρκτος [= 1. αρκούδα, 2. βορράς].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «Άρκτος», σ. 117. https://navalhistory.gr/lexiko/αρκτοσ/