αμμόγη
η, ουσ.
αμμώδης περιοχή, συνών. αμμουδέρα, αμμοδούρα.
Ετυμολογία
< άμμος + γη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμμόγη», σ. 71. https://navalhistory.gr/lexiko/αμμογη/
Λεξικό της Θάλασσας › Α › αμμόγη
η, ουσ.
αμμώδης περιοχή, συνών. αμμουδέρα, αμμοδούρα.
< άμμος + γη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμμόγη», σ. 71. https://navalhistory.gr/lexiko/αμμογη/