ακραίος
-αία, -αίο, επίθ.
- αυτός που βρίσκεται στο άκρο, ακρινός
- έσχατος, τελευταίος
- αυτός που παίρνει ακραίες θέσεις, αδιάλλακτος
- (μυθολ.) [ως κύρ. όν.:] α) ο *Ακραίος, προσωνύμιο θεοτήτων, β) η Ακραία, κόρη του ποτάμιου θεού Αστερίωνος, το όνομά της δόθηκε σε βουνό κοντά στο Άργος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀκραῖος, -αία, -αίο < ἄκρος, συγγ. με τη ρίζα ἀκ- [= οξύς, μυτερός] + [επίθημα] -ρο-.
Μυθολογια
Ακραίος, επιπρόσθετη ονομασία του Δία, του Ποσειδώνα και του Πλούτωνα που δικαιολογείται από τις λατρευτικές συνήθειες του λαού στις «άκρες» δηλ. τις κορυφές βουνών και λόφων.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακραίος», σ. 57. https://navalhistory.gr/lexiko/ακραιοσ/