ακουστικό
το, ουσ.
- όργανο ενίσχυσης των παραγόμενων ήχων, ιδανικό για τους βαρήκοους αλλά και για τους επαγγελματίες των ΜΜΕ, δημοσιογράφους, ρεπόρτερ, ηχολήπτες, τραγουδιστές κ.λπ.
- εξάρτημα της τηλεφωνικής συσκευής
- ιατρικό εργαλείο.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀκουστικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακουστικό», σ. 57. https://navalhistory.gr/lexiko/ακουστικο/