navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ακουστικό

ακουστικό

το, ουσ.

  1. όργανο ενίσχυσης των παραγόμενων ήχων, ιδανικό για τους βαρήκοους αλλά και για τους επαγγελματίες των ΜΜΕ, δημοσιογράφους, ρεπόρτερ, ηχολήπτες, τραγουδιστές κ.λπ.
  2. εξάρτημα της τηλεφωνικής συσκευής
  3. ιατρικό εργαλείο.

Ετυμολογία

< μτγν. ἀκουστικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακουστικό», σ. 57. https://navalhistory.gr/lexiko/ακουστικο/