ορθωτήρας
ο, ουσ.
κάθε μέσο με το οποίο ανορθώνεται, ανυψώνεται κάτι, π.χ. ποδάρι γερανού.
Ετυμολογία
< αρχ. ὀρθωτήρ [= αυτός που αποκαθιστά, θεραπεύει, τηρεί το δίκαιο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ορθωτήρας», σ. 611. https://navalhistory.gr/lexiko/ορθωτηρασ/