ειδοποιώ
ρ. [μετβ.]
ενημερώνω κάποιον για κάτι, γνωστοποιώ, αναγγέλλω.
Ετυμολογία
< αρχ. εἰδοποιῶ [= δίνω μορφή, περιγράφω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ειδοποιώ», σ. 246. https://navalhistory.gr/lexiko/ειδοποιω/