ωράριο
το, ουσ.
- το σύνολο των ωρών εργασίας σ’ έναν επαγγελματικό χώρο, (φρ.) «συνεχές / διακεκομμένο / θερινό / ελεύθερο / εορταστικό / χειμερινό ωράριο», «ωράριο καταστημάτων / γραφείων / δημοσίων υπηρεσιών / τραπεζών»,
- πίνακας στον οποίο καταγράφονται οι καθορισμένες ώρες εργασίας του κάθε εργαζόμενου.
Ετυμολογία
< (αντιδάνειο) λατιν. horarium < hora < αρχ. ὥρα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ωράριο», σ. 933. https://navalhistory.gr/lexiko/ωραριο/